γλαυκός

γλαυκός, ή, όν, orig. without any notion of colour,
A gleaming (cf. γλαύσσω, γλαυσός), once in Hom.,

γλαυκὴ δέ σε τίκτε θάλασσα Il.16.34

(hence γλαυκὴ δυσπέμφελος, = the sea, Hes. Th.440): so in Trag. (not A.),

γ. λίμνα S.Fr.371

,476;

ἅλς E.Cyc.16

;

οἶδμα Id.Hel.1501

(lyr.); later

γ. σελάνα Mesom.Sol.21

;

πλήθοντα πυρὸς γλαυκοῖο σελήνη Tryph.514

;

ἀστέρες Him.Ecl.13.37

;

γ. ἠώς Theoc.16.5

; also

γ. δράκων Pi.O.8.37

(expld. by Sch.as, = γλαύκωψ, γλαυκῶπις).
II later, of colour (

κυανοῦς λευκῷ κεραννύμενος Pl.Ti.68c

; cf. γλαυκότερον κυάνοιο φαείνεται Hegesianax 1), bluish green or grey, of the olive, S.OC701, E.IT1101, Tr.802 (all lyr.), etc.; of the elder, Emp.93
; ὀπώρα, of grapes, S.Tr.703; of vine leaves, AP9.87 (Marc. Arg.); of the beryl and topaz, D.P.1119 sq.;

μάραγδος Nonn.D.5.178

.
2 freq. of the eye, light blue, grey, opp. μέλας, χαροπός, Arist.GA779b13, HA492a3, cf. Paus.1.14.6;

ἔθνος γ. ἰσχυρῶς καὶ πυρρόν Hdt.4.108

, cf. Hp.Aër.14, Arist.Pr.892a3, etc.;

γ. Ἀθάνα E.Heracl.754

(lyr.), Theoc.28.1, cf. Plot.4.4.19; cf. γλαυκῶπις: —this colour was not admired, Luc.DMeretr.2.1, Philostr. VA7.42.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γλαῦκος — Γλαύκος masc nom sg Γλαῦκος fish of grey colour masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκός — I Ονομασία διαφόρων ποταμών της αρχαιότητας. 1. Ποταμός της Αχαΐας, που πήγαζε από τις πλαγιές του Παναχαϊκού και εξέρεε στα νότια της Πάτρας. Ταυτίζεται με τον ομώνυμο σημερινό ποταμό, τον γνωστό και με την ονομασία Λέκας. 2. Μικρός ποταμός της… …   Dictionary of Greek

  • γλαύκος — I Ονομασία διαφόρων ποταμών της αρχαιότητας. 1. Ποταμός της Αχαΐας, που πήγαζε από τις πλαγιές του Παναχαϊκού και εξέρεε στα νότια της Πάτρας. Ταυτίζεται με τον ομώνυμο σημερινό ποταμό, τον γνωστό και με την ονομασία Λέκας. 2. Μικρός ποταμός της… …   Dictionary of Greek

  • γλαυκός — γλαύξ the little owl fem gen sg (attic) γλαυκός gleaming masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαῦκος — γλαύξ the little owl fem gen sg (attic) γλαῦκος fish of grey colour masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκός — ή, ό γαλανός, γαλάζιος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλαύκος ο ατλαντικός — (glaucus atlanticus). Γαστερόποδο μαλάκιο της τάξης των γυμνοβραγχίων. Διαδεδομένος στον Ατλαντικό, τυπικό είδος της θάλασσας των Σαργασσών, συναντάται και στη Μεσόγειο. Ζώο του πελάγους, κολυμπάει κάτω ακριβώς από την επιφάνεια του νερού και… …   Dictionary of Greek

  • Κληρίδης, Γλαύκος — (Λευκωσία 1919 –). Κύπριος πολιτικός, πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (1993 98, 1998 2003). Σπούδασε νομικά στο King’s College του πανεπιστημίου του Λονδίνου και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Κύπρο. Αγωνίστηκε για την ανεξαρτησία της… …   Dictionary of Greek

  • Αλιθέρσης, Γλαύκος — (Λεμεσός 1897 – 1965).ψευδώνυμο του ποιητή Μιχάλη Χατζηδημητρίου. Σπούδασε στην Αθήνα φυσική αγωγή και εγκαταστάθηκε έπειτα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου απ’ όπου και επαναπατρίστηκε λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του. Έργα του: Κρινάκια του… …   Dictionary of Greek

  • Γλαύκω — Γλαύκος masc nom/voc/acc dual Γλαύκος masc gen sg (doric aeolic) Γλαύ̱κω , Γλαῦκος fish of grey colour masc nom/voc/acc dual Γλαύ̱κω , Γλαῦκος fish of grey colour masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκά — γλαυκός gleaming neut nom/voc/acc pl γλαυκά̱ , γλαυκός gleaming fem nom/voc/acc dual γλαυκά̱ , γλαυκός gleaming fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.